Monday, 19 March 2012

Το PSI+ έρχεται, μετά, όμως, τι;


Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί το ελληνικό πρόβλημα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας. Η βιωσιμότητά του ενέχεται στο κατά πόσο θα μπορέσει η χώρα να ανταποκριθεί στις κεφαλαιακές της ανάγκες τόσο σήμερα όσο και μελλοντικά. Με το σκεπτικό αυτό δημιουργήθηκε το PSI+, που θα συμβάλει, σημαντικά, στην περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, αλλά, ενδέχεται να προκύψουν μερικά θέματα κατά την υλοποίησή του.



Εντός των επόμενων μηνών οι τραπεζικοί οργανισμοί θα χρειαστεί να καλύψουν ένα σημαντικό κενό κεφαλαιακών διαθεσίμων. Συγκεκριμένα, η προώθηση του PSI+, η έκθεση της BlackRock και η διαπίστωση επιπλέον, των αποτελεσμάτων της BlackRock, μη εξυπηρετούμενων δανείων θα σηματοδοτήσει ένα κεφαλαιακό «κενό» στην καθαρή τους θέση. Και αυτό αφού κάθε παράγοντας που αναφέρθηκε, εκθέτει διαφορετικά και διακριτά τραπεζικά προϊόντα (ποιοτικά ή χρονικά).


Το PSI+, ανάλογα με το ποσοστό «κουρέματος» που θα καταλήξει, θα επηρεάσει την κάθε τράπεζα σύμφωνα με την έκθεσή της σε ελληνικά ομόλογα. Η έκθεση της BlackRock αναφέρεται στα ήδη υπάρχοντα δάνεια όπου, με διαφορετική θεώρηση κινδύνου, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μη εξυπηρετούμενα. Τα νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αναφέρονται στη μετά την έκθεση της BlackRock εποχή - περίπου από το τέλος του 2011.


Κάθε τράπεζα, σύμφωνα και με τους πρόσφατους κανόνες της «Βασιλείας», πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο ποσοστό κεφαλαιακής επάρκειας ανάλογα με το ρίσκο του χαρτοφυλακίου προϊόντων που έχει. «Απλά», και πολύ αφαιρετικά, όσο μεγαλύτερο είναι το ρίσκο του χαρτοφυλακίου της τόσο μεγαλύτερη πραγματική κεφαλαιακή ρευστότητα πρέπει να έχει.


Για να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους ρευστότητα αναγκαστικά πρέπει να βρουν κεφάλαια. Έως σήμερα η κάλυψη των κεφαλαιακών τους αναγκών γινόταν είτε μέσω της ΕΚΤ, της Τράπεζας της Ελλάδος, αύξησης του μετοχικού τους κεφαλαίου, ή έκδοσης νέων μετοχών από το χρηματιστήριο. Όμως δεν φαίνεται κάτι τέτοιο να είναι εφικτό κατά τη διάρκεια της οικονομικής συγκυρίας που βιώνουμε και ειδικά στο ζενίθ της, που αναμένεται -από τους ειδικούς- να είναι το 2012.


Στο τέλος Νοεμβρίου του 2011, ο υπουργός Οικονομικών δήλωνε πως το Δημόσιο «έχοντας δώσει στις τράπεζες περίπου 120 δισ. εγγυήσεων και περίπου 4 δισ. κεφαλαιακής ενίσχυσης σε προνομιούχες μετοχές, είμαστε εμείς που έχουμε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί είμαστε στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος μέτοχος και ο μόνος εγγυητής όλων των ελληνικών τραπεζών» (30/10/2011). Στον προϋπολογισμό του 2012 δεν γίνεται καμία ανάλυση των παραπάνω εγγυήσεων (Προϋπολογισμός του 2012).


Από την άλλη, πρόσφατη έκθεση της Alpha Bank, ανέφερε πως: «... Από τα ενέχυρα αυτά, το ελληνικό δημόσιο έχει παράσχει περίπου 70 δισ. ευρώ κυρίως σε εγγυήσεις για την έκδοση τραπεζικών ομολόγων που χρησιμοποιούνται από τις τράπεζες ως ενέχυρα για τη χρηματοδότησή τους από την ΕΚΤ με 35 δισ. ευρώ περίπου. Η υπόλοιπη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από το ΕΣΚΤ εξασφαλίζεται με ενεχυρίαση δανείων και τιτλοποιηθέντων στοιχείων του ενεργητικού τους. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι το ελληνικό δημόσιο δεν έχει δώσει στις τράπεζες ούτε ένα ευρώ, παρά μόνο εγγυήσεις για ενέχυρα για τα οποία οι τράπεζες πληρώνουν προμήθεια. Οι εγγυήσεις αυτές δεν συνεπάγονται δαπάνη αλλά έσοδα για τον κρατικό προϋπολογισμό και δεν λογίζονται στο δημόσιο χρέος».


Η δήλωση μπορεί να αναφέρεται σε διαφορετική χρονική περίοδο από ό,τι η έκθεση. Όμως, ενδέχεται και να σημαίνει πως ενώ στη θεωρία οι τράπεζες έχουν αντλήσει περίπου 120 δισ. ευρώ εγγυήσεων, ίσως τα πράγματα να είναι λίγο διαφορετικά. Και με την υπογραφή του PSI+ να δούμε εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα.


Οι τράπεζες θα καταφύγουν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για ανακεφαλαιοποίηση με απώτερο σκοπό την εξυγίανσή τους. Ίσως η «εξυγίανση» να σημάνει και την πώληση, σε εύλογο χρονικό διάστημα, των τομέων των τραπεζών που δεν έχουν σχέση με τη βασική τους δραστηριότητα.


Υπάρχει, ενδεχομένως, ο κίνδυνος να εμφανιστεί υπερπροσφορά επενδυτικών προϊόντων, μεγαλύτερη από αυτή που καταγράφεται σήμερα. Το αποτέλεσμα θα είναι αύξηση της ύφεσης.
Εάν το «πρόβλημα» περιοριστεί στον ελλαδικό χώρο, τότε έχει καλώς για τους εταίρους μας διότι για εμάς δεν θα είναι και τόσο. Εάν όμως επεκταθεί και στις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες -καθώς και άλλες τράπεζες εκτός των Ελληνικών έχουν ελληνικά ομόλογα-, τότε τι θα γίνει;


Φαίνεται να ξεχνάμε την «επόμενη -της κρίσης- ημέρα». Σίγουρα προτεραιότητα είναι το σήμερα, και η αντιμετώπιση της δυσχερέστατης κατάστασης που βρισκόμαστε. Αλλά είναι ανάγκη να δημιουργηθεί, ταυτόχρονα, και μία «ομάδα δράσης» που θα έχει ως στόχο την κατάρτιση και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου που θα εντάσσει και την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας για την επόμενη μέρα και που θα στηρίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, τα οποία είναι πολλά.


ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 18/02/2012

No comments:

Post a Comment